πένναΟυσιαστικό, θηλυκόΗ πέννα εν το νύσχι στο μίτσι δάχτυλο που εν το κόφκεις τζαι αήνεις το να μακρύνει για να μπορείς να ξύζεις το λαχείο, να καθαρίζεις το φτι σου κλπ. ΠαράδειγμαΑν θέλεις να είσαι άντρας σωστός, πρέπει να έσιεις πένναν.