ανιψ̌ιός
[anipʃós]

Ουσιαστικό, διγενές

ανουψ̌ιός


Παράδειγμα

Υποκοριστικά: ανιψ̌ιούδιν.

Σημειώσεις

Υποκοριστικά: ανιψ̌ιούδιν.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.