ανιψ̌ιότεχνος
[anipʃótexnos]
Ουσιαστικό, διγενές
[anipʃótexnos]
Ουσιαστικό, διγενές
Παράδειγμα
Υποκοριστικά: ανιψ̌ιοτεχνούιν, ανιψ̌ιοτεχνούα.
Σημειώσεις
Υποκοριστικά: ανιψ̌ιοτεχνούιν, ανιψ̌ιοτεχνούα.
Περισσότερα ...
Υποκοριστικά: ανιψ̌ιοτεχνούιν, ανιψ̌ιοτεχνούα.
Υποκοριστικά: ανιψ̌ιοτεχνούιν, ανιψ̌ιοτεχνούα.