αρτζ̌ίδιν
[aɾ̥tʃíðin]

Ουσιαστικό, ουδέτερο

αρτσ̌ίδιν, αρτσ̌ίιν


Παράδειγμα

Υποκοριστικά: αρτσ̌ιδούιν.

Σημειώσεις

Υποκοριστικά: αρτσ̌ιδούιν.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.