αυκόν[afkón]Ουσιαστικό, ουδέτεροαφκόν ΠαράδειγμαΥποκοριστικά: αυκούδιν, αυκούιν. ΣημειώσειςΥποκοριστικά: αυκούδιν, αυκούιν.