κλώνος
[klónos]

Ουσιαστικό, αρσενικό


Παράδειγμα

Υποκοριστικό: κλωνούιν.

Σημειώσεις

Υποκοριστικό: κλωνούιν.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.