κόκκαλον
[kókʰːalon]

Ουσιαστικό, ουδέτερο

κόκκαλος


Παράδειγμα

Υποκοριστικά: κοκκαλούδιν, κοκκαλούιν, κοκκάλιν. Μεγεθυντικά: κοκκάλα.

Σημειώσεις

Υποκοριστικά: κοκκαλούδιν, κοκκαλούιν, κοκκάλιν. Μεγεθυντικά: κοκκάλα.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.