κόρωνος[kóɾonos]Ουσιαστικό, αρσενικό ΠαράδειγμαΥποκοριστικά: κορωνούδιν, κορωνούιν. ΣημειώσειςΥποκοριστικά: κορωνούδιν, κορωνούιν.