κούζα
[kúzːa]

Ουσιαστικό, θηλυκό


Παράδειγμα

Υποκοριστικά: κουζάλιν, κουζάριν, κουζίν, κουζούιν, κουζούδιν, κουζούα, κουζούδα. Μεγεθυντικά: κούζος, κούζαλος.

Σημειώσεις

Υποκοριστικά: κουζάλιν, κουζάριν, κουζίν, κουζούιν, κουζούδιν, κουζούα, κουζούδα. Μεγεθυντικά: κούζος, κούζαλος.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.