κουκκουφκιάος
[kukʰːufcáos]

Ουσιαστικό, διγενές

κουκκουφάος


Παράδειγμα

Υποκοριστικά: κουκκουφκιάιν, κουκκουφκιαούιν.

Σημειώσεις

Υποκοριστικά: κουκκουφκιάιν, κουκκουφκιαούιν.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.