πέτρα
[pétɾa]

Ουσιαστικό, θηλυκό


Παράδειγμα

Υποκοριστικά: πετρούδα, πετρούα.

Σημειώσεις

Υποκοριστικά: πετρούδα, πετρούα.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.