ποντικός
[pondikós]

Ουσιαστικό, αρσενικό


Παράδειγμα

Υποκοριστικά: ποντικούιν. Μεγεθυντικά: ποντίκα, ποντίκατσος.

Σημειώσεις

Υποκοριστικά: ποντικούιν. Μεγεθυντικά: ποντίκα, ποντίκατσος.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.