πούγκα[púŋga]Ουσιαστικό, θηλυκόπούγγα ΠαράδειγμαΥποκοριστικά: πουγκούδα, πουγκούα. ΣημειώσειςΥποκοριστικά: πουγκούδα, πουγκούα.