στρούφος
[stɾúfos]

Ουσιαστικό, αρσενικό

στρούθος


Παράδειγμα

Υποκοριστικά: στρουφούδιν.

Σημειώσεις

Υποκοριστικά: στρουφούδιν.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.