παττιχοτζ̌έφαλος
Επίθετο

  1. (πειραχτικά) Αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι, σαν παττίχα.

  1. Αυτός που είναι ξεροκέφαλος και δεν έχει ευστροφία, ο χοντροκέφαλος.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.