πολιτιτζ̌ή
Ουσιαστικό, θηλυκό

(πρχ) Πουτάνα, γυναίκα που εκδίδεται.


Παράδειγμα

πολιτιτζιή


Συνώνυμα:

ποτζ̌είνη, πουτάνα, ποτζ̌είνη, πουτάνα

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.