άππαρος τεσσαρακαλλίκωτος
[ˈapʰːaɾos tesːaɾakaˈlːikotos]
Ουσιαστικό

  1. Άλογο (άππαρος) πεταλωμένο, δηλαδή έτοιμο για τρέξιμο.

  1. (μτφ) Αυτός που είναι ασυγκράτητος, που πετάγεται ανυπόμονα από τη θέση του σαν άλογο έτοιμο για κούρσα.


Παραδείγματα

Προέλευση

Στην κοινή νέα ελληνική, το ρήμα καλλικώννω 'πεταλώνω', λέγεται καλιγώνω. Σύμφωνα με το ΛΚΝ προέρχεται από τη μεσαιωνική λέξη καλ(λ)ιγώνω, που παράγεται από το καλλίγ(α) `παπούτσι΄ < λατ. callig(a).

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.