άππαρος τεσσαρακαλλίκωτος
[ˈapʰːaɾos tesːaɾakaˈlːikotos]
Ουσιαστικό
[ˈapʰːaɾos tesːaɾakaˈlːikotos]
Ουσιαστικό
Άλογο (άππαρος) πεταλωμένο, δηλαδή έτοιμο για τρέξιμο.
(μτφ) Αυτός που είναι ασυγκράτητος, που πετάγεται ανυπόμονα από τη θέση του σαν άλογο έτοιμο για κούρσα.
Παραδείγματα
Προέλευση
Στην κοινή νέα ελληνική, το ρήμα καλλικώννω 'πεταλώνω', λέγεται καλιγώνω. Σύμφωνα με το ΛΚΝ προέρχεται από τη μεσαιωνική λέξη καλ(λ)ιγώνω, που παράγεται από το καλλίγ(α) `παπούτσι΄ < λατ. callig(a).

