κολοκασόφυλλονδημιουργήθηκε από Stelios (τροποποιήθηκε 3 Μαρτίου 2016) (μτφ) Αυτός που είναι ανόητος, βλάκας. Χαρακτηρισμός προσώπου
κόλοκοςδημιουργήθηκε από Mikaella_Papantoniou (τροποποιήθηκε 2 Ιανουαρίου 2016) Βλ. κολότζ̌ιν. Δείτε ακόμη 1 ορισμό ... ΕιρωνικόΧαρακτηρισμός προσώπου