πόμπα
δημιουργήθηκε από makats (τροποποιήθηκε 13 Απριλίου 2016)(ως άκλιτο επίθετο) Αυτός που είναι καταπληκτικός, τέλειος.
Δείτε ακόμη 1 ορισμό ...
πομπαρισμένος
δημιουργήθηκε από makats (τροποποιήθηκε 13 Απριλίου 2016)Αυτός που είναι γεμάτος, πηγμένος από κάποια ουσία ή και ιδέα.
Δείτε ακόμη 1 ορισμό ...
πομπάρουμαι
δημιουργήθηκε από makats (τροποποιήθηκε 13 Απριλίου 2016)Γεμίζω ασφυκτικά, πήζω από κάτι που παίρνω ή κάνω σε υπερβολική ποσότητα.
Δείτε ακόμη 1 ορισμό ...

