τρώω τζ̆αι σπάζωδημιουργήθηκε από makats (τροποποιήθηκε 4 Μαρτίου 2016) Τρώω πάρα πολύ, σκάω από το φαγητό ή από κάτι που τρώγενται μεταφορικά: ξύλο, λεφτά... Κοινή αργκό
φκάλλω σπάσμανδημιουργήθηκε από mymaria (τροποποιήθηκε 4 Ιανουαρίου 2016) Σταματώ να μιλώ, βγάζω το σκασμό. Ξιτιμασ̌ιάΥβριστικό
φκάλλω τζ̆αι το σ̆σ̆οινίν τζ̆αι το παλλούτζ̆ινδημιουργήθηκε από makats (τροποποιήθηκε 28 Φεβρουαρίου 2016) Το παραξηλώνω, τραβάω μία κατάσταση στα άκρα.
φκάλλω τον σ̌σ̌ίστοδημιουργήθηκε από makats (τροποποιήθηκε 23 Φεβρουαρίου 2020) Βγάζω το σκασμό. Ξιτιμασ̌ιά
φτερόν της σ̌ήναςδημιουργήθηκε από Stelios (τροποποιήθηκε 4 Μαρτίου 2016) Άνθρωπος αναίσθητος, εντελώς αδιάφορος συναισθηματικά. ΕιρωνικόΧαρακτηρισμός προσώπου
ως τον σ̌σ̌ίστονδημιουργήθηκε από makats (τροποποιήθηκε 19 Απριλίου 2016) Όσο δεν πάει άλλο, μέχρι τα μπούνια. Σεξουαλικό