αουρία
[auˈɾia]
Ουσιαστικό, θηλυκό
[auˈɾia]
Ουσιαστικό, θηλυκό
(πρχ) Αυτός που είναι πολύ ζωηρός, αεικίνητος και γεμάτος ζωντάνια.
Παράδειγμα
Τούτος ο γιος σου καμιά φορά εν τον είδα να πέσει λλιο το μεσομέρι, είναι όπως την αουρία.
(πρχ) Αυτός που αλλάζει συνέχεια γνώμη, τη μία λέει έτσι και την άλλη αλλιώς.
Παράδειγμα
Παρατηρήσεις (γλωσσικές)
Αουρία (ίσως από το αγουρίδα με αποβολή των [ɣ] και [ð]) ονομάζεται το κοτσάνι του σπουρτιλιτσ̆ιού, που είναι ένα είδος ασφόδελου. Παλιότερα, έφτιαχναν μ' αυτή ένα παιδικό παιχνίδι που στροβιλιζόταν σαν φτερωτή και το οποίο ονομαζόταν επίσης αουρία. Μεταφορικά, η λέξη χρησιμοποιείται για κάτι που κινείται συνεχώς.

