αουρία
[auˈɾia]
Ουσιαστικό, θηλυκό

  1. (πρχ) Αυτός που είναι πολύ ζωηρός, αεικίνητος και γεμάτος ζωντάνια.


Παράδειγμα

Τούτος ο γιος σου καμιά φορά εν τον είδα να πέσει λλιο το μεσομέρι, είναι όπως την αουρία.

Παρατηρήσεις (γλωσσικές)

Αουρία (ίσως από το αγουρίδα με αποβολή των [ɣ] και [ð]) ονομάζεται το κοτσάνι του σπουρτιλιτσ̆ιού, που είναι ένα είδος ασφόδελου. Παλιότερα, έφτιαχναν μ' αυτή ένα παιδικό παιχνίδι που στροβιλιζόταν σαν φτερωτή και το οποίο ονομαζόταν επίσης αουρία. Μεταφορικά, η λέξη χρησιμοποιείται για κάτι που κινείται συνεχώς.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.