άντρας 1
[ándɾas]

Ουσιαστικό, αρσενικό


Παράδειγμα

Πληθυντικός: άντρες. Υποκοριστικά: αντρούιν. Μεγεθυντικά: άντρακλος, άντρακλας.

Σημειώσεις

Πληθυντικός: άντρες. Υποκοριστικά: αντρούιν. Μεγεθυντικά: άντρακλος, άντρακλας.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.