άντρας 2[ándɾas]Ουσιαστικό, αρσενικό ΠαράδειγμαΠληθυντικός: αντράες. Υποκοριστικά: αντρούλλης. ΣημειώσειςΠληθυντικός: αντράες. Υποκοριστικά: αντρούλλης.