ανίψ̌ιν[anípʃin]Ουσιαστικό, ουδέτεροανούψ̌ιν ΠαράδειγμαΥποκοριστικά: ανιψ̌ιούδιν. ΣημειώσειςΥποκοριστικά: ανιψ̌ιούδιν.