αρκόσ̌σ̌ιλλος
[aɾ̥kóʃːilːos]
Ουσιαστικό, αρσενικό
[aɾ̥kóʃːilːos]
Ουσιαστικό, αρσενικό
Παράδειγμα
Υποκοριστικό: αρκοσ̌σ̌ιλλούδιν, αρκοσ̌σ̌ιλλούιν, αρκοσ̌σ̌ιλλίν.
Σημειώσεις
Υποκοριστικό: αρκοσ̌σ̌ιλλούδιν, αρκοσ̌σ̌ιλλούιν, αρκοσ̌σ̌ιλλίν.
Περισσότερα ...
Υποκοριστικό: αρκοσ̌σ̌ιλλούδιν, αρκοσ̌σ̌ιλλούιν, αρκοσ̌σ̌ιλλίν.
Υποκοριστικό: αρκοσ̌σ̌ιλλούδιν, αρκοσ̌σ̌ιλλούιν, αρκοσ̌σ̌ιλλίν.