δοξαμένη
[ðoksaméni]

Ουσιαστικό, θηλυκό

δοξαμενή


Παράδειγμα

Υποκοριστικά: δοξαμενούα.

Σημειώσεις

Υποκοριστικά: δοξαμενούα.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.