δόντιν[ðóndin]Ουσιαστικό, ουδέτερο ΠαράδειγμαΥποκοριστικά: δοντούιν. Μεγεθυντικά: δοντάκλα. ΣημειώσειςΥποκοριστικά: δοντούιν. Μεγεθυντικά: δοντάκλα.