κοπέλλα
[kopélːa]
Ουσιαστικό, θηλυκό
[kopélːa]
Ουσιαστικό, θηλυκό
Παράδειγμα
Υποκοριστικά: κοπελλούδα, κοπελλούα, κοπελλούρα. Μεγεθυντικά: κοπελλάρα, κοπελλάτσα.
Σημειώσεις
Υποκοριστικά: κοπελλούδα, κοπελλούα, κοπελλούρα. Μεγεθυντικά: κοπελλάρα, κοπελλάτσα.

