κοτζ̌άκαρη[kotʃákaɾi]Ουσιαστικό, θηλυκό ΠαράδειγμαΥποκοριστικά: κοτζ̌ακαρούα, κοτζ̌ακαρού. ΣημειώσειςΥποκοριστικά: κοτζ̌ακαρούα, κοτζ̌ακαρού.