κοφίνα[kofína]Ουσιαστικό, θηλυκό ΠαράδειγμαΥποκοριστικά: κοφιναρούδα, κοφιναρούα, κοφινούα. ΣημειώσειςΥποκοριστικά: κοφιναρούδα, κοφιναρούα, κοφινούα.