κόρη[kóɾi]Ουσιαστικό, θηλυκό ΠαράδειγμαΥποκοριστικά: κορούδιν, κορούδα, κορούα. ΣημειώσειςΥποκοριστικά: κορούδιν, κορούδα, κορούα.