πιπέριν[pipéɾin]Ουσιαστικό, ουδέτερο ΠαράδειγμαΥποκοριστικά: πιπερούδιν, πιπερούιν. Μεγεθυντικά: πίπερος. ΣημειώσειςΥποκοριστικά: πιπερούδιν, πιπερούιν. Μεγεθυντικά: πίπερος.