πορίζιν[poɾízːin]Ουσιαστικό, ουδέτερο ΠαράδειγμαΥποκοριστικά: ποριζούδιν, ποριζούιν. ΣημειώσειςΥποκοριστικά: ποριζούδιν, ποριζούιν.