πουλάρα[puláɾa]Ουσιαστικό, θηλυκόπουλάριν ΠαράδειγμαΥποκοριστικά: πουλαρούα, πουλαρού. ΣημειώσειςΥποκοριστικά: πουλαρούα, πουλαρού.