πόδιν
[póðin]

Ουσιαστικό, ουδέτερο

πόιν


Παράδειγμα

Μεγεθυντικό: ποδάτσα, ποδάρα.

Σημειώσεις

Μεγεθυντικό: ποδάτσα, ποδάρα.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.