πόδιν[póðin]Ουσιαστικό, ουδέτεροπόιν ΠαράδειγμαΜεγεθυντικό: ποδάτσα, ποδάρα. ΣημειώσειςΜεγεθυντικό: ποδάτσα, ποδάρα.