πότσα[pótsʰːa]Ουσιαστικό, θηλυκό ΠαράδειγμαΥποκοριστικά: ποτσούδα, ποτσούα, ποτσού, ποτσίν. ΣημειώσειςΥποκοριστικά: ποτσούδα, ποτσούα, ποτσού, ποτσίν.