τσ̌ιμέττος
[tʃʰːimétʰːos]

Ουσιαστικό, αρσενικό

τσ̌ιμέττον

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.