τσούρος
[tsʰːúɾos]

Ουσιαστικό, διγενές


Παράδειγμα

Υποκοριστικά: τσουρούδα, τσουρούα, τσουρού, τσουρίν, τσουρούιν.

Σημειώσεις

Υποκοριστικά: τσουρούδα, τσουρούα, τσουρού, τσουρίν, τσουρούιν.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.