φωνίν
[fonín]

Ουσιαστικό, ουδέτερο

χωνίν


Παράδειγμα

Υποκοριστικά: φωνούδιν, φωνούιν.

Σημειώσεις

Υποκοριστικά: φωνούδιν, φωνούιν.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.