αππωμάρα[apʰːoˈmaɾa]Ουσιαστικό, θηλυκόΗ συμπεριφορά του αππωμένου. ΠαραδείγματαΑπέπνεε εγωισμό και αρκετή αππωμάρα η συνέντευξη της τηλεοπτικής σταρ- ηθοποιού σε περιοδικό. Τόση που μας έκανε να πιστέψουμε ότι πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το ψώνιο. Κάθε φοράν που βρίσκω Κυπραίους σε δημόσιον χώρον δακάτω εν το ίδιον πράμαν. Νους κοκκονόσυκον τζιαι αππωμάρα.