ππουσ̆κιάς
Ουσιαστικό, αρσενικό

Αυτός που δεν είναι εντάξει, που παίζει ππουσ̆κιές στους άλλους.


Παραδείγματα

Τελικά είσαι ππουσ̆κιάς, πάλε σε καρτερούσαμε τζαι εν ήρτες.


%cf%80%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%ba%ce%b9%ce%b1%cf%82

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.